fantastical
fan
fæn
φαιν
tas
ˈtæs
ταισ
ti
τι
cal
kəl
καλ
/fɑːntˈæstɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "fantastical"στα αγγλικά

fantastical
01

φανταστικός, εξωπραγματικός

strangely unbelievable or bizarre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fantastical
συγκριτικός βαθμός
more fantastical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel takes readers on a journey through a fantastical realm of magic and mystery.
Το μυθιστόρημα μεταφέρει τους αναγνώστες σε ένα ταξίδι μέσα από ένα φανταστικό βασίλειο μαγείας και μυστηρίου.
02

φανταστικός, φαντασιακός

existing in fancy only

Λεξικό Δέντρο

fantastically
fantastical
fantastic
fantasy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store