Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
famously
01
διασημως, γνωστά
in a way that is known by many
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The scientist is famously known for discovering a groundbreaking cure for a rare disease.
Ο επιστήμονας είναι διάσημος για την ανακάλυψη μιας επαναστατικής θεραπείας για μια σπάνια ασθένεια.
02
διασημως, εξαιρετικά καλά
extremely well
Λεξικό Δέντρο
infamously
famously
famous
fam



























