Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to famish
01
πεθαίνω από πείνα, χάνω τη ζωή μου λόγω έλλειψης τροφής
die of food deprivation
02
λιμοκτονώ, πεινάω απίστευτα
to be very hungry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
famish
γ΄ ενικό πρόσωπο
famishes
ενεστώτα μετοχή
famishing
απλός αόριστος
famished
παθητική μετοχή
famished
Παραδείγματα
After hours of hiking, they began to famish and were desperate for food.
Μετά από ώρες πεζοπορίας, άρχισαν να λιμοκτονούν και ήταν απελπισμένοι για φαγητό.
03
λιμοκτονώ, υποβάλλω σε πείνα
to make someone suffer severely from hunger
Παραδείγματα
The lack of food supplies during the war would famish many civilians, leading to desperate conditions.
Η έλλειψη τροφίμων κατά τη διάρκεια του πολέμου θα λιμοκτονούσε πολλούς πολίτες, οδηγώντας σε απελπιστικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
famished
famishment
famish



























