Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amphibious
01
αμφίβιος, ικανός να επιβιώσει και στη στεριά και στο νερό
(of animals) capable of surviving both on land and in water
Παραδείγματα
Some amphibious animals, like newts, can breathe through both their skin and lungs.
Μερικά αμφίβια ζώα, όπως οι σαλαμάνδρες, μπορούν να αναπνέουν τόσο από το δέρμα τους όσο και από τους πνεύμονές τους.
02
αμφίβιος, προσαρμοσμένος να λειτουργεί τόσο στη στεριά όσο και στο νερό
adapted to operate both on land and in water
Παραδείγματα
The military used amphibious assault vehicles during the beach landing operation.
Ο στρατός χρησιμοποίησε αμφίβια οχήματα επίθεσης κατά τη διάρκεια της επιχείρησης προσγείωσης στην παραλία.



























