Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
False saffron
01
κνίκος, ψεύτικο κρόκο
thistlelike Eurasian plant widely grown for its red or orange flower heads and seeds that yield a valuable oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
false saffrons
LanGeek



























