Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall through
01
αποτυγχάνω, καταρρέω
(of a deal, plan, arrangement, etc.) to fail to happen or be completed
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall through
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls through
ενεστώτα μετοχή
falling through
απλός αόριστος
fell through
παθητική μετοχή
fallen through
Παραδείγματα
The negotiations between the two companies began to fall through over disagreements on contract terms.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο εταιρειών άρχισαν να αποτυγχάνουν λόγω διαφωνιών σχετικά με τους όρους της σύμβασης.



























