Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall over
01
πέφτω, χάνω την ισορροπία μου και πέφτω
to lose one's balance and fall to the ground, typically by accident or as a result of tripping
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall over
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls over
ενεστώτα μετοχή
falling over
απλός αόριστος
fell over
παθητική μετοχή
fallen over
Παραδείγματα
Trying to walk on the icy pavement, he slipped and began to fall over.
Προσπαθώντας να περπατήσει στον παγωμένο πεζόδρομο, γλίστρησε και άρχισε να πέφτει.



























