Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall away
01
ξεθωριάζω, μειώνομαι
to gradually lose intensity or strength
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall away
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls away
ενεστώτα μετοχή
falling away
απλός αόριστος
fell away
παθητική μετοχή
fallen away
Παραδείγματα
The excitement among the crowd began to fall away as the event dragged on.
Ο ενθουσιασμός στο πλήθος άρχισε να μειώνεται καθώς η εκδήλωση παρατεινόταν.
02
επιδεινώνομαι, αποδυναμώνομαι
to deteriorate over time
Intransitive
Παραδείγματα
The athlete's performance started to fall away after a series of injuries.
Η απόδοση του αθλητή άρχισε να πτώση μετά από μια σειρά τραυματισμών.
03
εγκαταλείπω, απομακρύνομαι
to stop supporting a person or cause
Intransitive
Παραδείγματα
Some members of the team began to fall away when the project faced challenges.
Μερικά μέλη της ομάδας άρχισαν να απομακρύνονται όταν το έργο αντιμετώπισε προκλήσεις.



























