fag
fag
fæg
φαιγκ
/fˈæɡ/

Ορισμός και σημασία του "fag"στα αγγλικά

01

τσιγάρο, σιγάρα

finely ground tobacco wrapped in paper; for smoking
fag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fags
02

πουστης, αδερφή

a gay man, intended to demean or express contempt
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
Some idiot in the comments called the actor a fag for playing a gay role.
Ένας ηλίθιος στα σχόλια αποκάλεσε τον ηθοποιό πουστή γιατί έπαιξε έναν γκέι ρόλο.
to fag
01

εξαντλώ, κουράζω

exhaust or get tired through overuse or great strain or stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fag
γ΄ ενικό πρόσωπο
fags
ενεστώτα μετοχή
fagging
απλός αόριστος
fagged
παθητική μετοχή
fagged
02

δουλεύω σκληρά, κοπιάζω

work hard
03

ενεργώ ως υπηρέτης για τα μεγαλύτερα αγόρια, υπηρετώ ως υπηρέτης για τους μεγαλύτερους

act as a servant for older boys, in British public schools
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store