Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fag
01
τσιγάρο, σιγάρα
finely ground tobacco wrapped in paper; for smoking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fags
02
πουστης, αδερφή
a gay man, intended to demean or express contempt
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
Some idiot in the comments called the actor a fag for playing a gay role.
Ένας ηλίθιος στα σχόλια αποκάλεσε τον ηθοποιό πουστή γιατί έπαιξε έναν γκέι ρόλο.
to fag
01
εξαντλώ, κουράζω
exhaust or get tired through overuse or great strain or stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fag
γ΄ ενικό πρόσωπο
fags
ενεστώτα μετοχή
fagging
απλός αόριστος
fagged
παθητική μετοχή
fagged
02
δουλεύω σκληρά, κοπιάζω
work hard
03
ενεργώ ως υπηρέτης για τα μεγαλύτερα αγόρια, υπηρετώ ως υπηρέτης για τους μεγαλύτερους
act as a servant for older boys, in British public schools



























