Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fade out
01
ξεθωριάζω, χάνω σταδιακά τη δύναμη ή την ένταση
to gradually lose strength or intensity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
fade
ενεστώτας
fade out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fades out
ενεστώτα μετοχή
fading out
απλός αόριστος
faded out
παθητική μετοχή
faded out
Παραδείγματα
As the sun dipped below the horizon, the daylight began to fade out, giving way to the evening.
Καθώς ο ήλιος βυθίστηκε κάτω από τον ορίζοντα, το φως της ημέρας άρχισε να ξεθωριάζει, δίνοντας τη θέση του στο βράδυ.
02
ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά
(particularly applied to images, scenes, or sounds) to gradually become less visible or audible
Παραδείγματα
In the final scene of the movie, the music started to fade out, leaving a poignant silence.
Στην τελική σκηνή της ταινίας, η μουσική άρχισε να ξεθωριάζει, αφήνοντας μια οδυνηρή σιωπή.



























