fade out
fade
feɪd
φειντ
out
aʊt
αουτ
/fˈeɪd ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "fade out"στα αγγλικά

to fade out
[phrase form: fade]
01

ξεθωριάζω, χάνω σταδιακά τη δύναμη ή την ένταση

to gradually lose strength or intensity
to fade out definition and meaning
Παραδείγματα
The effectiveness of the pain medication started to fade out, requiring a higher dosage for continued relief.
Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου για τον πόνο άρχισε να ξεθωριάζει, απαιτώντας υψηλότερη δόση για συνεχή ανακούφιση.
02

ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά

(particularly applied to images, scenes, or sounds) to gradually become less visible or audible
Παραδείγματα
In the old photograph, the memories of a bygone era were captured, but the edges had faded out with time.
Στην παλιά φωτογραφία, οι αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής είχαν καταγραφεί, αλλά οι άκρες είχαν ξεθωριάσει με το χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store