Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fade out
[phrase form: fade]
01
ξεθωριάζω, χάνω σταδιακά τη δύναμη ή την ένταση
to gradually lose strength or intensity
Παραδείγματα
The effectiveness of the pain medication started to fade out, requiring a higher dosage for continued relief.
Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου για τον πόνο άρχισε να ξεθωριάζει, απαιτώντας υψηλότερη δόση για συνεχή ανακούφιση.
02
ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά
(particularly applied to images, scenes, or sounds) to gradually become less visible or audible
Παραδείγματα
In the old photograph, the memories of a bygone era were captured, but the edges had faded out with time.
Στην παλιά φωτογραφία, οι αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής είχαν καταγραφεί, αλλά οι άκρες είχαν ξεθωριάσει με το χρόνο.



























