factory
fac
ˈfæk
φαικ
tory
tri
τρι

Ορισμός και σημασία του "factory"στα αγγλικά

01

εργοστάσιο, βιομηχανία

a building or set of buildings in which products are made, particularly using machines 
factory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
factories
Παραδείγματα
The automobile factory produces thousands of cars each month. 

Το εργοστάσιο αυτοκινήτων παράγει χιλιάδες αυτοκίνητα κάθε μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store