Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to factor in
01
λαμβάνω υπόψη, θεωρώ
to take into consideration, particularly in decision making
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
factor
ενεστώτας
factor in
γ΄ ενικό πρόσωπο
factors in
ενεστώτα μετοχή
factoring in
απλός αόριστος
factored in
παθητική μετοχή
factored in
Παραδείγματα
When planning the budget, be sure to factor in unexpected expenses to ensure financial stability.
Κατά τον προγραμματισμό του προϋπολογισμού, βεβαιωθείτε ότι λαμβάνετε υπόψη τα απρόβλεπτα έξοδα για να διασφαλίσετε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.



























