facsimile
fac
fæk
fāk
si
ˈsɪ
si
mi
mi
le
li
li

Ορισμός και σημασία του "facsimile"στα αγγλικά

01

φαξ, τηλεομοιοτυπία

duplicator that transmits the copy by wire or radio 
facsimile definition and meaning
02

φαξιμίλε, ακριβές αντίγραφο

an exact copy or reproduction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
facsimiles
to facsimile
01

στέλνω φαξ, μεταδίδω μέσω φαξ

to transmit a copy of a document or image through a fax machine 
to facsimile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
facsimile
γ΄ ενικό πρόσωπο
facsimiles
ενεστώτα μετοχή
facsimiling
απλός αόριστος
facsimiled
παθητική μετοχή
facsimiled
Παραδείγματα
I facsimile the contract to the client for their review. 

Στέλνω με φαξ το συμβόλαιο στον πελάτη για κριτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store