Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Facsimile
01
φαξ, τηλεομοιοτυπία
duplicator that transmits the copy by wire or radio
02
φαξιμίλε, ακριβές αντίγραφο
an exact copy or reproduction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
facsimiles
to facsimile
01
στέλνω φαξ, μεταδίδω μέσω φαξ
to transmit a copy of a document or image through a fax machine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
facsimile
γ΄ ενικό πρόσωπο
facsimiles
ενεστώτα μετοχή
facsimiling
απλός αόριστος
facsimiled
παθητική μετοχή
facsimiled
Παραδείγματα
Tomorrow, I will facsimile the signed agreement to headquarters for processing.
Αύριο, θα στείλω με φαξ την υπογεγραμμένη συμφωνία στην έδρα για επεξεργασία.



























