facilitator
Pronunciation
/fəˈsɪɫəˌteɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "facilitator"στα αγγλικά

01

διευκολυντής, συντονιστής

a person who makes a process or task easier by helping groups or individuals communicate, organize, or work together more effectivelya
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
facilitators
Παραδείγματα
A good facilitator knows how to manage group dynamics and encourage collaboration.
Ένας καλός διευκολυντής γνωρίζει πώς να διαχειρίζεται τη δυναμική της ομάδας και να ενθαρρύνει τη συνεργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store