Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Facilitator
01
διευκολυντής, συντονιστής
a person who makes a process or task easier by helping groups or individuals communicate, organize, or work together more effectivelya
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
facilitators
Παραδείγματα
The facilitator led the meeting to ensure everyone’s voice was heard.
Ο διευκολυντής οδήγησε τη συνάντηση για να διασφαλιστεί ότι η φωνή όλων ακούστηκε.
Λεξικό Δέντρο
facilitator
facilitate
facility



























