facial hair
fa
ˈfeɪ
φει
cial
ʃəl
σαλ
hair
heə
χε

Ορισμός και σημασία του "facial hair"στα αγγλικά

01

τρίχες προσώπου, γενειάδα και μουστάκι

hair that grows on a person's face, including the beard, mustache, and sideburns 
facial hair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He kept his facial hair trimmed to maintain a neat appearance. 

Κράτησε τα γεννητικά του κουρεμένα για να διατηρήσει μια τακτοποιημένη εμφάνιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store