face value
Pronunciation
/fˈeɪs vˈæljuː/

Ορισμός και σημασία του "face value"στα αγγλικά

01

ονομαστική αξία, προφανές νόημα

the obvious meaning or worth of something, without looking deeper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
At face value, the deal seemed fair, but a closer look showed hidden costs.
Στην πρώτη ματιά, η συμφωνία φαινόταν δίκαιη, αλλά μια πιο προσεκτική ματιά αποκάλυψε κρυφά κόστη.
02

ονομαστική αξία, προσώπου αξία

the price that is imprinted on a product
Παραδείγματα
Despite its low face value, the collectible coin was worth significantly more to enthusiasts due to its rarity and historical significance.
Παρά τη χαμηλή ονομαστική της αξία, το συλλεκτικό νόμισμα αξίζει σημαντικά περισσότερο για τους λάτρεις λόγω της σπανιότητας και της ιστορικής του σημασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store