face cream
face
feɪs
feis
cream
kri:m
krim

Ορισμός και σημασία του "face cream"στα αγγλικά

01

κρέμα προσώπου, κρέμα για το πρόσωπο

a cream that is applied to the face to soothe or cleanse the skin 
face cream definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
face creams
Παραδείγματα
She applied a thick layer of face cream before going to bed. 

Εφάρμοσε ένα παχύ στρώμα κρέμας προσώπου πριν πάει για ύπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store