Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eye surgery
01
χειρουργική του ματιού, επέμβαση στα μάτια
a medical procedure performed on the eyes to treat or correct various vision problems or injuries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eye surgeries
Παραδείγματα
Laser eye surgery is commonly used to treat nearsightedness and farsightedness.
Η χειρουργική επέμβαση στα μάτια με λέιζερ χρησιμοποιείται συνήθως για τη θεραπεία της μυωπίας και της υπερμετρωπίας.



























