Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extremist
01
εξτρεμιστικός
holding or promoting extreme opinions in politics, religion, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most extremist
συγκριτικός βαθμός
more extremist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The extremist group was responsible for several terrorist attacks in the region.
Η εξτρεμιστική ομάδα ήταν υπεύθυνη για πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις στην περιοχή.
Extremist
01
εξτρεμιστής, φανατικός
a person who holds radical views, particularly in politics or religion, and is willing to use extreme measures to achieve their goals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extremists
Παραδείγματα
She was labeled an extremist for her radical views on social justice issues.
Τινοτικοποιήθηκε ως εξτρεμίστρια για τις ριζοσπαστικές της απόψεις σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης.



























