Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extrapolation
01
εξωθήρηση, πρόβλεψη
the process of estimating the value of a function or variable beyond the known range, based on its existing pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extrapolations
Παραδείγματα
The graph's extrapolation predicted values beyond the measured data.
Η παρέκταση του γραφήματος προέβλεψε τιμές πέρα από τα μετρημένα δεδομένα.
02
προβολή, εξωθήρηση
a projection about future events or hypothetical situations, drawn from known data, observations, or experience
Παραδείγματα
His extrapolation suggested the policy would backfire.
Η εξωθήκησή του υπέδειξε ότι η πολιτική θα απέφερε αντίθετα αποτελέσματα.
Λεξικό Δέντρο
extrapolation
extrapolate



























