Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extrados
01
εξώστρωμα
the outer or upper surface of an arch, vault, or similar curved structural element
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
extrados
LanGeek



























