extradition
ext
ˌɛkst
ekst
ra
di
ˈdɪ
di
tion
ʃən
shēn
extraction

Ορισμός και σημασία του "extradition"στα αγγλικά

01

έκδοση, έκδοση εγκληματιών

the legal process of sending a person accused or convicted of a crime from one country to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extraditions
Παραδείγματα
The suspect faced extradition to stand trial abroad. 

Ο ύποπτος αντιμετώπισε την έκδοση για να δικαστεί στο εξωτερικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store