Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
external auditory canal
/ɛkstˈɜːnəl ˈɔːdɪtˌoːɹi kənˈæl/
External auditory canal
01
εξωτερικός ακουστικός πόρος, εξωτερικό ακουστικό κανάλι
either of the passages in the outer ear from the auricle to the tympanic membrane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
external auditory canals



























