Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extenuating
01
ελαφρυντικός, μετριαστικός
providing reasons that justify or reduce the seriousness of something bad, such as an offense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extenuating
συγκριτικός βαθμός
more extenuating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They took into account the extenuating factors when deciding on the final verdict.
Λάμβαναν υπόψη τους ελαφρυντικούς παράγοντες κατά την απόφαση για την τελική απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
extenuating
extenuate



























