Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extenuating
01
ελαφρυντικός, μετριαστικός
providing reasons that justify or reduce the seriousness of something bad, such as an offense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extenuating
συγκριτικός βαθμός
more extenuating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, ethics, evaluation
Παραδείγματα
The judge considered the extenuating circumstances before passing the sentence.
Ο δικαστής εξέτασε τις ελαφρυντικές περιστάσεις πριν εκδώσει την ποινή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
extenuating
extenuate



























