Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extenuate
01
ελαφρύνω, μειώνω
lessen or to try to lessen the seriousness or extent of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extenuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extenuates
ενεστώτα μετοχή
extenuating
απλός αόριστος
extenuated
παθητική μετοχή
extenuated
Λεξικό Δέντρο
extenuating
extenuation
extenuate



























