extent
ex
ˈɪks
iks
tent
tɛnt
tent
extant

Ορισμός και σημασία του "extent"στα αγγλικά

01

έκταση, βαθμός

the point or degree to which something extends 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extents
02

έκταση, κλίμακα

size or scale of an object, space, or area 
Παραδείγματα
The extent of the damage caused by the storm was evident in the fallen trees and damaged buildings. 

Η έκταση της ζημιάς που προκάλεσε η καταιγίδα ήταν εμφανής στα πεσμένα δέντρα και τα κατεστραμμένα κτίρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store