Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Express mail
01
ταχυδρομική αλληλογραφία
a postal service that provides fast and expedited delivery of mail and packages, usually within a guaranteed timeframe, for an additional fee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
express mails
Παραδείγματα
She sent the documents via express mail to ensure they arrived the next morning.
Έστειλε τα έγγραφα με ταχυδρομική αλληλογραφία για να διασφαλίσει ότι θα φτάσουν το επόμενο πρωί.



























