Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expo
01
έκθεση
a collection of things (goods or works of art etc.) for public display
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expos
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έκθεση