Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explosive
01
εκρηκτικός, εκρηκτικός
having the potential to cause sudden and violent release of energy or force
Παραδείγματα
The explosive force of the blast shattered windows in nearby buildings.
Η εκρηκτική δύναμη της έκρηξης έσπασε τα παράθυρα σε κοντινά κτίρια.
02
εκρηκτικός, προκλητικός
tending to provoke strong emotional reactions
Παραδείγματα
The announcement led to an explosive backlash on social media.
Η ανακοίνωση οδήγησε σε εκρηκτική αντίδραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
03
εκρηκτικός, αιφνίδιας ανάπτυξης
characterized by a rapid and significant rise or growth
Παραδείγματα
The region 's housing prices showed explosive growth in just a few years.
Οι τιμές των ακινήτων στην περιοχή έδειξαν εκρηκτική ανάπτυξη σε λίγα μόνο χρόνια.
Explosive
01
εκρηκτική ύλη, εκρηκτικό
a substance that can cause a sudden and violent release of energy
Παραδείγματα
Construction crews rely on controlled explosives for large-scale excavation.
Οι ομάδες κατασκευών βασίζονται σε ελεγχόμενα εκρηκτικά για εκσκαφές μεγάλης κλίμακας.
Λεξικό Δέντρο
explosively
nonexplosive
explosive
explode



























