Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Experiment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
experiments
Παραδείγματα
The scientists conducted an experiment to test their new hypothesis.
Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν ένα πείραμα για να δοκιμάσουν τη νέα τους υπόθεση.
02
πείραμα, δοκιμή
the process of testing or trying out a new idea
Παραδείγματα
She ran an experiment to see if the concept would work.
Έκανε ένα πείραμα για να δει αν η ιδέα θα λειτουργούσε.
03
πείραμα, προσπάθεια
an attempt at something new or unconventional, often exploratory in nature
Παραδείγματα
The startup was an experiment in remote collaboration.
Η startup ήταν ένα πείραμα στην εξ αποστάσεως συνεργασία.
to experiment
01
πειραματίζομαι, διεξάγω πειράματα
to do a scientific test on something or someone in order to find out the results
Intransitive: to experiment on sth | to experiment with sth | to experiment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
experiment
γ΄ ενικό πρόσωπο
experiments
ενεστώτα μετοχή
experimenting
απλός αόριστος
experimented
παθητική μετοχή
experimented
Παραδείγματα
Researchers experiment on various plant species to study their growth patterns.
Οι ερευνητές πειραματίζονται σε διάφορα είδη φυτών για να μελετήσουν τα μοτίβα ανάπτυξής τους.
02
πειραματίζομαι, δοκιμάζω
to try something new or test an idea, method, or process to discover its effect, outcome, or validity
Intransitive: to experiment | to experiment with something new
Παραδείγματα
He decided to experiment with a new workout routine to improve his strength.
Αποφάσισε να πειραματιστεί με μια νέα ρουτίνα γυμναστικής για να βελτιώσει τη δύναμή του.
Λεξικό Δέντρο
experimental
experiment



























