Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expedite
01
επιταχύνω, διευκολύνω
to speed up or facilitate the progress of an action or task
Approving
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expedite
γ΄ ενικό πρόσωπο
expedites
ενεστώτα μετοχή
expediting
απλός αόριστος
expedited
παθητική μετοχή
expedited
Παραδείγματα
To expedite the visa application process, the embassy introduced an online application system.
Για να επιταχυνθεί η διαδικασία αίτησης βίζας, η πρεσβεία εισήγαγε ένα ηλεκτρονικό σύστημα αίτησης.
02
επιταχύνω, επισπεύδω
to execute something very quickly and efficiently, especially a piece of business
Approving
Formal
Παραδείγματα
The lawyer requested the court to expedite the legal documents to ensure a swift resolution of the case.
Ο δικηγόρος ζήτησε από το δικαστήριο να επιταχύνει τα νομικά έγγραφα για να διασφαλιστεί μια γρήγορη επίλυση της υπόθεσης.
Λεξικό Δέντρο
expediter
expedition
expedite



























