Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expedite
01
επιταχύνω, διευκολύνω
to speed up or facilitate the progress of an action or task
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expedite
γ΄ ενικό πρόσωπο
expedites
ενεστώτα μετοχή
expediting
απλός αόριστος
expedited
παθητική μετοχή
expedited
Παραδείγματα
The use of express shipping will help expedite the delivery of the package.
Η χρήση της γρήγορης αποστολής θα βοηθήσει να επιταχυνθεί η παράδοση του δέματος.
02
επιταχύνω, επισπεύδω
to execute something very quickly and efficiently, especially a piece of business
επιδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
Upon receiving the customer's complaint, the company quickly expedited a replacement product to resolve the issue.
Μετά τη λήψη του παράπονου του πελάτη, η εταιρεία γρήγορα επιτάχυνε την αποστολή ενός αντικαταστάτη προϊόντος για να επιλύσει το πρόβλημα.
Λεξικό Δέντρο
expediter
expedition
expedite



























