Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expedient
01
βολικός, συμφέρων
helpful in a way that serves one's personal interests
Παραδείγματα
It seemed expedient for him to agree with the proposal, knowing it would further his career prospects.
Του φάνηκε σκόπιμο να συμφωνήσει με την πρόταση, γνωρίζοντας ότι θα προωθούσε τις επαγγελματικές του προοπτικές.
02
σκόπιμος, βολικός
useful and possibly immoral for achieving a goal
Παραδείγματα
His expedient actions during the crisis got the job done, but at the expense of fairness and transparency.
Οι πρακτικές του ενέργειες κατά τη διάρκεια της κρίσης ολοκλήρωσαν τη δουλειά, αλλά με κόστος τη δικαιοσύνη και τη διαφάνεια.
Expedient
01
προσωρινή λύση, βολικό μέσο
a method or action that is convenient and effective for achieving a particular end, often without regard for ethics or long-term consequences
Παραδείγματα
The manager saw layoffs as a financial expedient, not a strategic move.
Ο διευθυντής είδε τις απολύσεις ως ένα οικονομικό μέσο, όχι μια στρατηγική κίνηση.
Λεξικό Δέντρο
expediently
inexpedient
expedient
expedi



























