exorcism
ex
ˈɛk
ek
or
sɔ:
saw
cism
sɪəzm
siezm
exoticism

Ορισμός και σημασία του "exorcism"στα αγγλικά

01

εξορκισμός, απελευθέρωση

the religious or spiritual practice of driving out evil spirits or entities from a person or place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
exorcisms
Παραδείγματα
The priest performed an exorcism to rid the house of spirits. 

Ο ιερέας πραγματοποίησε μια εξορκισμό για να απαλλάξει το σπίτι από πνεύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exorcism
exorc
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store