Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Examination paper
01
γραπτή εξέταση, γραπτό διαγώνισμα
a written examination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
examination papers
LanGeek



























