exam paper
Pronunciation
/ɛɡzˈæm pˈeɪpɚ/

Ορισμός και σημασία του "exam paper"στα αγγλικά

01

φύλλο εξέτασης, γραπτή εξέταση

a written examination
exam paper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exam papers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store