exam paper
ex
ɪg
ig
am
ˈzæm
zām
pa
peɪ
pei
per

Ορισμός και σημασία του "exam paper"στα αγγλικά

01

φύλλο εξέτασης, γραπτή εξέταση

a written examination 
exam paper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exam papers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store