eventful
e
ɪ
i
vent
ˈvɛnt
vent
ful
fʊl
fool
resentfulunresentful

Ορισμός και σημασία του "eventful"στα αγγλικά

01

γεμάτος γεγονότα, πολυτάραχος

filled with important, exciting, or dangerous events 

checkered

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eventful
συγκριτικός βαθμός
more eventful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their vacation turned out to be quite eventful with unexpected adventures every day. 

Οι διακοπές τους αποδείχθηκαν αρκετά γεμάτες γεγονότα με απροσδόκητες περιπέτειες κάθε μέρα.

02

σημαντικός, αποτελεσματικός

having important consequences, outcomes, or significant results 
Παραδείγματα
The negotiations were eventful, leading to major policy changes. 

Οι διαπραγματεύσεις ήταν γεμάτες σημαντικά γεγονότα, οδηγώντας σε σημαντικές αλλαγές πολιτικής.

Λεξικό Δέντρο

uneventful
eventful
event
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store