Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eventful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eventful
συγκριτικός βαθμός
more eventful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, narrative, time
Παραδείγματα
Their vacation turned out to be quite eventful with unexpected adventures every day.
Οι διακοπές τους αποδείχθηκαν αρκετά γεμάτες γεγονότα με απροσδόκητες περιπέτειες κάθε μέρα.
02
σημαντικός, αποτελεσματικός
having important consequences, outcomes, or significant results
Παραδείγματα
The negotiations were eventful, leading to major policy changes.
Οι διαπραγματεύσεις ήταν γεμάτες σημαντικά γεγονότα, οδηγώντας σε σημαντικές αλλαγές πολιτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uneventful
eventful
event



























