ethnicity
eth
ɛθ
εθ
ni
ˈnɪ
νι
ci
σι
ty
ti
τι
lubricityduplicityelectricitymultiplicity

Ορισμός και σημασία του "ethnicity"στα αγγλικά

01

εθνικότητα

the state of belonging to a certain ethnic group 
ethnicity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ethnicities
Παραδείγματα
The census form asked respondents to indicate their ethnicity. 

Το ερωτηματολόγιο της απογραφής ζήτησε από τους ερωτηθέντες να δηλώσουν την εθνικότητά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ethnicity
ethnic
ethn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store