Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ethnic
01
εθνικός
relating to a group of people with shared culture, tradition, history, language, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Ethnic music and dance performances entertain audiences with their rhythmic beats and expressive movements.
Οι παραστάσεις εθνοτικής μουσικής και χορού ψυχαγωγούν το κοινό με τους ρυθμικούς χτύπους και τις εκφραστικές κινήσεις τους.
02
παγανιστικός, εθνικός
not acknowledging the God of Christianity and Judaism and Islam
Ethnic
01
εθνικός, μέλος μιας εθνικής ομάδας
a person who is a member of an ethnic group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ethnics
Λεξικό Δέντρο
multiethnic
ethnic
ethn



























