Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ethnic
01
εθνικός
relating to a group of people with shared culture, tradition, history, language, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
culture, identity, society
Παραδείγματα
The neighborhood celebrates its diverse ethnic heritage with cultural festivals and events.
Η γειτονιά γιορτάζει τη διαφορετική εθνική της κληρονομιά με πολιτιστικά φεστιβάλ και εκδηλώσεις.
02
παγανιστικός, εθνικός
not acknowledging the God of Christianity and Judaism and Islam
Ethnic
01
εθνικός, μέλος μιας εθνικής ομάδας
a person who is a member of an ethnic group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ethnics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
multiethnic
ethnic
ethn



























