ethnic
eth
ˈɛθ
εθ
nic
nɪk
νικ
/ˈɛθnɪk/

Ορισμός και σημασία του "ethnic"στα αγγλικά

01

εθνικός

relating to a group of people with shared culture, tradition, history, language, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Ethnic music and dance performances entertain audiences with their rhythmic beats and expressive movements.
Οι παραστάσεις εθνοτικής μουσικής και χορού ψυχαγωγούν το κοινό με τους ρυθμικούς χτύπους και τις εκφραστικές κινήσεις τους.
02

παγανιστικός, εθνικός

not acknowledging the God of Christianity and Judaism and Islam
01

εθνικός, μέλος μιας εθνικής ομάδας

a person who is a member of an ethnic group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ethnics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store