ethanol
e
ˈɛ
e
tha
θə
thē
nol
nɒl
nol
ethanal

Ορισμός και σημασία του "ethanol"στα αγγλικά

01

αιθανόλη, αιθυλική αλκοόλη

a type of alcohol fuel produced from renewable sources such as corn or sugarcane 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ethanols
Παραδείγματα
Ethanol is blended with gasoline to create biofuels. 

Το αιθανόλη αναμιγνύεται με τη βενζίνη για τη δημιουργία βιοκαυσίμων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store