Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Esquire
01
ακόλουθος, οπλοφόρος
(Middle Ages) an attendant and shield bearer to a knight; a candidate for knighthood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
esquires
02
εσκόιερ, ευγενής
a British title placed in front of the name of a person with no titles out of respect



























