Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to espouse
01
ασπάζομαι, υποστηρίζω
to take up, follow, or support a cause, belief, ideology, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
espouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
espouses
ενεστώτα μετοχή
espousing
απλός αόριστος
espoused
παθητική μετοχή
espoused
02
υιοθετώ, υποστηρίζω
take up the cause, ideology, practice, method, of someone and use it as one's own
03
παντρεύομαι, λαμβάνω ως σύζυγο
take in marriage



























