Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to escort
01
συνοδεύω, εξοπλίζω
to accompany or guide someone, usually for protection, support, or courtesy
Transitive: to escort sb | to escort sb somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
escort
γ΄ ενικό πρόσωπο
escorts
ενεστώτα μετοχή
escorting
απλός αόριστος
escorted
παθητική μετοχή
escorted
Παραδείγματα
The bodyguard escorted the celebrity through the crowded airport.
Ο σωματοφύλακας συνοδούσε τη διασημότητα μέσα από το γεμάτο αεροδρόμιο.
02
συνοδεύω, επόμενος
to accompany someone to direct them or ensure they go to a specific place
Transitive: to escort sb somewhere
Παραδείγματα
They had to escort the uncooperative customer to the door after the incident.
Έπρεπε να συνοδεύσουν τον μη συνεργάσιμο πελάτη στην πόρτα μετά το περιστατικό.
Escort
01
συνοδός, σωματοφύλακας
someone who escorts and protects a prominent person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
escorts
02
συνοδεία, παραπομπή
the act of accompanying someone or something in order to protect them
03
συνοδός, συμμετέχων σε ραντεβού
a participant in a date
04
συνοδός, συνοδεία
an attendant who is employed to accompany someone



























