Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Escargot
01
σαλιγκάρι
a French dish that consists of cooked land snails, usually served in a garlic-butter sauce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
escargots



























