erection
e
ɪ
i
rec
ˈrɛk
rek
tion
ʃən
shēn
eruption

Ορισμός και σημασία του "erection"στα αγγλικά

01

ανέγερση, κατασκευή

the act of building a structure or placing it upright 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
erections
02

κατασκευή, κτίριο

a structure that has been erected 
03

στύση, στυμένο πέος

an erect penis 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store