Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to erase
01
σβήνω, διαγράφω
to remove something completely from existence or memory
Transitive: to erase memory or trace of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
erase
γ΄ ενικό πρόσωπο
erases
ενεστώτα μετοχή
erasing
απλός αόριστος
erased
παθητική μετοχή
erased
Παραδείγματα
Time cannot erase the memories of significant life events.
Ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει τις αναμνήσεις σημαντικών γεγονότων της ζωής.
02
σβήνω, διαγράφω
to remove marks or writing by rubbing them off
Transitive: to erase a mark or writing
Παραδείγματα
She tried to erase the pencil marks from her notebook with an eraser.
Προσπάθησε να σβήσει τα σημάδια του μολυβιού από το τετράδιό της με μια γόμα.
Λεξικό Δέντρο
erasable
erasure
erase



























