Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to equate
01
εξισώνω, παρομοιάζω
to view or describe something as similar or equal, often suggesting they have equal importance or value
Transitive: to equate sth with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
equate
γ΄ ενικό πρόσωπο
equates
ενεστώτα μετοχή
equating
απλός αόριστος
equated
παθητική μετοχή
equated
Παραδείγματα
Some people equate wealth with happiness, believing that money brings contentment.
Μερικοί άνθρωποι εξισώνουν τον πλούτο με την ευτυχία, πιστεύοντας ότι τα χρήματα φέρνουν ικανοποίηση.
02
εξισώνω, είμαι ίσος με
to be the same as or equal to something else in value or effect
Intransitive: to equate | to equate to sth
Παραδείγματα
The salary offered equates to the industry standard for the position.
Ο μισθός που προσφέρεται ισοδυναμεί με το βιομηχανικό πρότυπο για τη θέση.
03
εξισώνω, ισοφαρίζω
to make two or more things equal in value, amount, or importance
Transitive: to equate two or more things
Παραδείγματα
He tried to equate the cost of the two projects, but they were very different.
Προσπάθησε να εξισώσει το κόστος των δύο έργων, αλλά ήταν πολύ διαφορετικά.
Λεξικό Δέντρο
equatability
equating
equation
equate
equ



























