Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
episodic
01
επεισοδιακός, σειριακός
(of a story or narrative) released in separate installments, where each part contributes to a larger, ongoing storyline
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most episodic
συγκριτικός βαθμός
more episodic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Writing for episodic television requires careful planning to keep the audience engaged across multiple installments.
Το γράψιμο για επεισοδιακή τηλεόραση απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό για να διατηρηθεί το ενδιαφέρον του κοινού σε πολλαπλές δόσεις.
02
επεισοδιακός, περιορισμένος σε ένα επεισόδιο
limited in duration to a single episode
03
επεισοδιακός, ακανόνιστος
occurring or appearing at usually irregular intervals
Λεξικό Δέντρο
episodic
episode



























