Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epicarp
01
επικάρπιο, εξωτερικό στρώμα του περικάρπιου
outermost layer of the pericarp of fruits as the skin of a peach or grape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epicarps
Λεξικό Δέντρο
epicarpal
epicarp



























