Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epicardium
01
επικάρδιο, εξωτερικό στρώμα της καρδιάς
the outermost layer of the heart, providing protection and lubrication to facilitate its smooth functioning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epicardia



























